Διαθλαστικές διαταραχές

Διαθλαστικές διαταραχές: μυωπία, υπερμετρωπία, αστιγματισμός

Με τον όρο «διαθλαστικές ανωμαλίες» του οφθαλμού αναφερόμαστε σε τρεις πολύ γνωστές μας καταστάσεις: την μυωπία, την υπερμετρωπία και τον αστιγματισμό. Και στις τρεις περιπτώσεις, πρόκειται για καταστάσεις κατά τις οποίες οι ακτίνες του φωτός που εισέρχονται μέσα στον οφθαλμό, δεν εστιάζουν σωστά πάνω στον αμφιβληστροειδή μας. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι εικόνες που βλέπουμε να μην είναι καθαρές και ευκρινείς. Σε άλλες περιπτώσεις η μειωμένη ευκρίνεια αφορά την μακρινή όραση, σε άλλες κυρίως την κοντινή και σε μερικές και στις δύο.

Τα βασικά στοιχεία για την σωστή εστίαση των ακτίνων του φωτός στον αμφιβληστροειδή είναι τρία. Ο κερατοειδής χιτώνας (το πρόσθιο διάφανο τμήμα του ματιού μας) ο οποίος δρα ως ένας συγκεντρωτικός φακός που κατευθύνει τις ακτίνες προς τον βυθό του ματιού. Ο κρυσταλλοειδής φακός (ο φακός που βρίσκεται ακριβώς πίσω από την κόρη του ματιού) και ο οποίος έχει την ικανότητα αλλάζοντας το σχήμα του να μας επιτρέπει να εστιάζουμε μακριά ή κοντά. Και τέλος σημαντικό ρόλο παίζει το αξονικό μήκος του ματιού (πρακτικά η απόσταση από τον κερατοειδή ως τον αμφιβληστροειδή). Σε ένα «εμμετρωπικό μάτι», δηλαδή ένα μάτι χωρίς μυωπία αστιγματισμό ή υπερμετρωπία, οι τρεις παραπάνω παράγοντες βρίσκονται σε τέλεια αρμονία. Έτσι οι ακτίνες του φωτός που προέρχονται από τα αντικείμενα τα οποία κοιτάμε, εστιάζουν ακριβώς επάνω στον αμφιβληστροειδή μας. Περισσότερα για τον αστιγματισμό μπορείτε να βρείτε εδώ.

Μυωπία

Η Μυωπία είναι η διαθλαστική ανωμαλία του ματιού, κατά την οποία οι ακτίνες του φωτός δεν εστιάζουν πάνω στον αμφιβληστροειδή, αλλά μπροστά από αυτόν. Αυτό μπορεί οφείλεται σε υπέρμετρη κυρτότητα του κερατοειδούς ή σε μεγάλο αξονικό μήκος του οφθαλμού, είτε σε συνδυασμό τους.

Η μυωπία είναι η πιο συχνή διαθλαστική ανωμαλία. Εμφανίζεται συνήθως στην παιδική ηλικία και συνήθως αυξάνει για όσο καιρό συνεχίζεται η σωματική ανάπτυξη του παιδιού. Σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να συνεχίζει να αυξάνει και μετά. Δυστυχώς δεν υπάρχει τρόπος να προβλέψουμε πότε θα σταματήσει η αύξηση της μυωπίας, ούτε και τον τελικό βαθμό που αυτή θα φτάσει. Χαρακτηριστικά οι μύωπες δεν βλέπουν καθαρά σε μακρινές αποστάσεις. Αντίθετα η κοντινή όραση είναι συνήθως καλή.

Σε μερικές περιπτώσεις η εξέλιξη της μυωπίας μπορεί να συνεχίζεται για πάρα πολλά χρόνια. Υπάρχουν άνθρωποι που η μυωπία τους εμφανίστηκε σε μεγαλύτερη ηλικία. Σε ακόμη μεγαλύτερες ηλικίες η εμφάνιση μυωπίας μπορεί να σχετίζεται με την εμφάνιση και εξέλιξη καταράκτη.

Στις περιπτώσεις μυωπίας είναι πολύ σημαντικός ο έλεγχος του βυθού του οφθαλμού με βυθοσκόπηση. Πολλοί μύωπες εμφανίζουν αλλοιώσεις στον βυθό του οφθαλμού. Σε κάποιες λίγες περιπτώσεις αυτές οι αλλοιώσεις είναι επικίνδυνες για την όραση και θα πρέπει να ανιχνεύονται έγκαιρα και αναλόγως είτε να παρακολουθουνται στενά είτε να αντιμετωπίζονται θεραπευτικά.

Υπερμετρωπία

Η Υπερμετρωπία είναι η διαθλαστική ανωμαλία του ματιού, κατά την οποία οι ακτίνες του φωτός συναντούν τον αμφιβληστροειδή πριν ακόμη εστιαστούν. Θεωρητικά θα λέγαμε ότι θα εστίαζαν σε κάποια απόσταση πίσω από αυτόν. Αυτό μπορεί οφείλεται σε μειωμένη κυρτότητα του κερατοειδούς ή σε μικρό ο αξονικό μήκος του οφθαλμού, είτε σε συνδυασμό τους.

Η υπερμετρωπία είναι πολύ συνήθης μετά τη γέννηση και στην παιδική ηλικία. Αυτό, οφείλεται στο γεγονός ότι στα παιδιά ο οφθαλμός είναι ακόμη μικρός σε μέγεθος, με αποτέλεσμα μειωμένο αξονικό μήκος. Με τη πρόοδο της ηλικίας και την ανάπτυξη του σώματος και κατ επέκταση του ματιού, η υπερμετρωπία τείνει να μειωθεί ακόμη και να εξαφανιστεί.

Τα συμπτώματα της υπερμετρωπίας διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία. Στα παιδιά η υπερμετρωπία εκδηλώνεται με θολή όραση όταν είναι σχετικά μεγάλη. Αντιθέτως, μικρού βαθμού υπερμετρωπία στα παιδιά περνά απαρατήρητη και χωρίς συμπτώματα. Μετρίου ή μεγάλου βαθμού υπερμετρωπία στα παιδιά μπορεί να καταλήξει σε στραβισμό ή / και αμβλυωπία (τεμπέλικο μάτι).

Σε μεγαλύτερες ηλικίες η υπερμετρωπία εκδηλώνεται με μείωση της όρασης. Η όραση επηρεάζεται μεν για μακριά, αλλά κυρίως για κοντά. Σε μερικές περιπτώσεις εκδηλώνεται με συμπτώματα κόπωσης, όπως κούραση κατά το διάβασμα, στον υπολογιστή και στην εργασία. Μπορεί να συνοδεύεται από πονοκέφαλο, αδυναμία συγκέντρωσης και αίσθημα βάρους μετά από παρατεταμένη οπτική εργασία. Η μείωση της όρασης, παρατηρείται αρχικά για κοντά και επεκτείνεται προοδευτικά και στη μακρινή όραση.

Σε πολλές περιπτώσεις υπάρχει κάποιου βαθμού υπερμετρωπία που ο οφθαλμός καταφέρνει να αντιρροπήσει σε νεαρές ηλικίες αλλάζοντας το σχήμα του φακού του οφθαλμού. Με την πάροδο της ηλικίας ο φακός σκληραίνει και έτσι δεν είναι δυνατό να αντιρροπιστεί η υπερμετρωπία. Αυτός είναι και ο λόγος που η υπερμετρωπία μπορεί να γίνει αντιληπτή σε μεγαλύτερες ηλικίες. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστεί με τη μορφή μιας πρόωρης «πρεσβυωπίας» σε ασθενείς μικρότερους των 45 ετών, καθώς η δυσκολία στην όραση ξεκινά με τις κοντινές εργασίες.

Αστιγματισμός

Ο αστιγματισμός είναι  η διαθλαστική ανωμαλία, κατά την οποία οι ακτίνες που εισέρχονται στον οφθαλμό εστιάζουν σε διαφορετικά σημεία. Συνήθως οι οριζόντιες ακτίνες εστιάζουν σε άλλο σημείο από τις κάθετες. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι  η καμπυλότητα του κερατοειδούς δεν είναι ομοιόμορφη σε όλη του την επιφάνεια. Για παράδειγμα, αν πούμε ότι ένα οφθαλμός έχει μυωπία 3 βαθμούς και αστιγματισμό επιπλέον 2 βαθμούς, αυτό πρακτικά σημαίνει ότι κάποιες ακτίνες χρειάζονται διόρθωση 3 βαθμών και κάποιες άλλες 5 (3+2).

Ο αστιγματισμός έχει ως αποτέλεσμα τα αντικείμενα να παρουσιάζονται παραμορφωμένα τόσο στην μακρινή όσο και στην κοντινή όραση. Λόγω του γεγονότος ότι είναι αδύνατον για τον οφθαλμό να εστιάσει σωστά όλες τις ακτίνες, ο αστιγματισμός προκαλεί και ιδιαίτερη κόπωση σε όλες εκείνες τις εργασίες που απαιτείται ευκρινής όραση όπως ο υπολογιστής, η παρακολούθηση τηλεόρασης ή σινεμά καθώς και η νυχτερινή οδήγηση.

Ο αστιγματισμός μπορεί να προέρχεται από τον κερατοειδή μας και ονομάζεται κερατοειδικός, από τον φακό μας και ονομάζεται φακικός αλλά και από συνδυασμό αυτών. Ο αστιγματισμός μπορεί να είναι  μυωπικός, υπερμετρωπικός ή μεικτός δηλαδή ένα μέρος του προς την πλευρά της  μυωπίας και ένα μέρος τους προς την πλευρά της υπερμετρωπίας. Επίσης μπορεί ένας άνθρωπος να παρουσιάζει μόνο αστιγματισμό ή να παρουσιάζει αστιγματισμό μαζί με μυωπία ή υπερμετρωπία.

Σε γενικές γραμμές ο αστιγματισμός παραμένει σταθερός κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Μικρές μόνο αλλαγές επιτελούνται από την παιδική ως την γεροντική ηλικία. Περιπτώσεις κατά τις οποίες εμφανίζεται αύξηση ή και μεταβολή του άξονα του αστιγματισμού χρήζουν ιδιαίτερης διερεύνησης. Ιδιαίτερα η εμφάνιση αστιγματισμού που αυξάνεται σημαντικα΄με την πάροδο του χρόνου σε νεαρές ηλικίες μπορεί να σχετίζεται με κερατόκωνο ή άλλες εκτασίες κερατοειδούς. Σε ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας η εμφάνιση αστιγματισμού μπορεί να συνδυάζεται με την εμφάνιση και εξέλιξη του καταράκτη.

Σε μερικές περιπτώσεις ο αστιγματισμός είναι ανώμαλος. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι απαραίτητος ο διαγνωστικός έλεγχος. Τέτοιες περιπτώσεις είναι ο κερατόκωνος, οι εκτασίες κερατοειδούς, τα τραύματα και οι ουλές. Χαρακτηριστικό είναι ότι σε περιπτώσεις ανώμαλου αστιγματισμού δεν είναι δυνατή η διόρθωση του ούτε με γυαλιά αλλά ούτε και με τους κλασσικούς φακούς επαφής.